Γερμανική Κατοχή – Ολοκαύτωμα

Από το Σεπτέμβριο του 1943 μέχρι τον Ιούλιο του 1944, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα οι Γερμανοί συνελάμβαναν και εκτόπιζαν τους Εβραίους, στη Ρόδο δεν εφαρμόστηκε κανένα μέτρο εναντίον τους. Αυτό καθησύχασε τους αρχικούς τους φόβους και έδωσε στα περισσότερα μέλη της Εβραϊκής Κοινότητας μια απατηλή εντύπωση ηρεμίας και ελπίδας ότι τίποτα σοβαρό δεν επρόκειτο να συμβεί. Μόνο μερικοί νεαροί Εβραίοι τόλμησαν ,με ετοιμόρροπες βάρκες και μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους, να αποδράσουν προς τα παράλια της Τουρκίας. Όλοι οι άλλοι περίμεναν και ήλπιζαν.

Οι Ναζί προετοίμαζαν εν τω μεταξύ το εγκληματικό τους σχέδιο για τον εκτοπισμό και την εξόντωση. Γύρω στα μέσα Ιουλίου του 1944,μια διαταγή της Γερμανικής Διοίκησης επέβαλε στους Εβραίους να διαμένουν αποκλειστικά στην πόλη της Ρόδου ή στα χωριά Τριάντα, Κρεμαστή και Βιλλανόβα (σημερινό Παραδείσι),ακριβώς δηλαδή εκεί που είχαν καταφύγει για να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς, σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από δώδεκα χιλιόμετρα από την πόλη.

Μερικές μέρες αργότερα, στις 18 Ιουλίου του 1944,ένας Γερμανός αξιωματικός εμφανίστηκε στην κατοικία του προέδρου της Κοινότητας για να του διαμηνύσει ότι, σύμφωνα με διαταγή του Γερμανού Διοικητή, όλοι οι άρρενες Εβραίοι από 16 ετών και πάνω έπρεπε να παρουσιαστούν την επομένη στο παλιό αρχηγείο της Ιταλικής Αεροπορίας, έχοντας μαζί τους ταυτότητα και άδεια εργασίας .Με το τέχνασμα αυτό τους έκαναν να πιστέψουν ότι σκοπός της συγκέντρωσης θα ήταν να τους στείλουν σε καταναγκαστικά έργα.

Το επόμενο πρωί δύο αξιωματικοί των SS, σταλμένοι από το «Κομμάντο Ρόζενμπεργκ», που είχε έδρα του την Αθήνα, μπήκαν στην αίθουσα συνοδευόμενοι από το διερμηνέα τους και τους απέσπασαν όλα τα έγγραφα της Κοινότητας με τη χρήση βίας. Ανατέθηκε στον πρόεδρο της Κοινότητας να ειδοποιήσει τις γυναίκες ότι έπρεπε, μέσα στις επόμενες 24 ώρες, να έρθουν να συναντήσουν τους άντρες τους, επί ποινή τουφεκισμού όσες δεν υπακούσουν. Έπρεπε να φέρουν μαζί τους όλα τους τα υπάρχοντα: κοσμήματα, λίρες, χαρτονομίσματα, καθώς και μερικά προσωπικά είδη και λίγα τρόφιμα.

Με τη σύγχυση και την άγνοια που τις διακατείχε, οι γυναίκες δεν μπορούσαν παρά να υπακούσουν στις διαταγές. Στις 20 Ιουλίου, σχεδόν όλοι οι Εβραίοι της Ρόδου είχαν συλληφθεί και κρατούνταν σ’ αυτό το αυτοσχέδιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Οι Γερμανοί τους απέσπασαν με την βία κάθε αντικείμενο αξίας, ενώ επίσης λεηλάτησαν τα σπίτια, που είχαν βιαστικά εγκαταλειφθεί .Η Ιταλική Πολιτική Διοίκηση εξέδωσε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο όλα τα εβραϊκά ακίνητα και κινητά περιουσιακά στοιχεία κατάσχονταν υπέρ του Ιταλικού Κράτους.

’ξιο κρίνεται να σημειωθεί εδώ η έξοχη ανθρωπιστική στάση του Τούρκου Πρόξενου, Σελαχετίν Ουλκουμέν,ο οποίος παρενέβη για να σώσει , όχι μόνο άτομα τουρκικής υπηκοότητας, αλλά και οικογένειες ολόκληρες, έστω και με τις πιο αδύναμες αποδείξεις τέτοιας υπηκοότητας. Κατάφερε έτσι να αποσπάσει από τους Ναζί σαράντα περίπου Εβραίους. Για την πράξη του αυτή τιμήθηκε μεταπολεμικά με το τίτλο του «Δικαίου των Εθνών», από το Γιάντ Βασέμ.

Το μεσημέρι της Κυριακής της 23ης Ιουλίου 1944 ήρθε η διαταγή για αναχώρηση. Ήταν περισσότεροι από 1.600,μεταξύ των οποίων άντρες, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Οι πιο δυνατοί από αυτούς έσερναν μαζί τους ότι είχαν μπορέσει να περισώσουν. Όσοι δεν περπατούσαν αρκετά γρήγορα δέχονταν χτυπήματα με τους υποκόπανους από τα όπλα των φρουρών, που ακολουθούσαν τη φάλαγγα με τις ξιφολόγχες εφ’όπλου και με άγρια λυκόσκυλα. Πέρασαν έτσι μέσα από την πόλη. Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Οι Γερμανοί είχαν φροντίσει να χτυπήσει ο συναγερμός για αεροπορική επιδρομή. Φτάνοντας στο λιμάνι, στοιβάχτηκαν σε τρία παμπάλαια εμπορικά πλοιάρια. Εκείνη η θλιβερή μέρα του καλοκαιριού του 1944 σηματοδότησε τον τερματισμό της εβραϊκής παρουσίας, που μετρούσε τόσους αιώνες στο νησί.

Ο πλους από τη Ρόδο στον Πειραιά ήταν φρικτός. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και τα πλοιάρια ήταν τόσο γεμάτα, ώστε όσοι είχαν την ατυχία να είναι κλεισμένοι στα αμπάρια, δεν μπορούσαν να βγουν ούτε για μια ανάσα. Επτά άτομα πέθαναν στη διάρκεια του ταξιδιού και τα πτώματά τους πετάχτηκαν στη θάλασσα.

Έφτασαν στον Πειραιά στις 3 Ιουλίου 1944 και οδηγήθηκαν αμέσως στο Χαιδάρι. Εκεί υπέστησαν αφάνταστους εξευτελισμούς και ταλαιπωρίες. Ο Ερυθρός Σταυρός δεν μπόρεσε να τους παράσχει νερό και φαγητό, παρά μόνο 36 ώρες μετά από την άφιξή τους. Οι γυναίκες χωρίστηκαν από τους άντρες. Τις ξεγύμνωσαν με τη βία για να σιγουρευτούν ότι δεν είχαν επάνω τους άλλα κοσμήματα. Ακόμα, προφανώς για να τους σπάσουν το ηθικό, άντρες ,γυναίκες και παιδία δέρνονταν και βασανίζονταν άγρια, μερικές φορές μέχρι θανάτου. Στις τρεις ημέρες παραμονής στο στρατόπεδο οι Εβραίοι της Ρόδου άφησαν άλλους δέκα νεκρούς..

Στις 3 Αυγούστου, αφού οι Γερμανοί αφαίρεσαν από τους Εβραίους τα χρυσά δόντια και τα γυαλιά, τους φόρτωσαν σε βαγόνια για κτήνη, 65 άτομα στο καθένα, σφραγίζοντας τις πόρτες τους. Η αποστολή αυτή ήταν η τελευταία αποστολή Εβραίων από την Ελλάδα. Το ταξίδι μέχρι την Πολωνία κράτησε 13 ημέρες. Στη διάρκειά του άλλα 100 περίπου άτομα πέθαναν και τα πτώματά τους πετάχτηκαν στα χωράφια κατά μήκος της γραμμής. Έφτασαν στο ’ουσβίτς στις 16 Αυγούστου και ,μετά από τη φοβερή διαλογή, περίπου 1.200 από αυτούς, όσοι δηλαδή κρίθηκαν πολύ αδύναμοι για εργασία στάλθηκαν απευθείας στους θαλάμους αερίων και στα κρεματόρια. Οι υπόλοιποι στάλθηκαν για βαρειά εργασία σε λατομεία, ανθρακωρυχεία και σιδηροδρομικές γραμμές. Οι γυναίκες υπέστησαν βιασμούς, στειρώσεις και απάνθρωπα πειράματα, χωρίς κανένα οίκτο.

Παρόλο το σύντομο χρονικό διάστημα παραμονής τους στο στρατόπεδο, οι περισσότεροι πέθαναν από τις κακουχίες, την εξάντληση και τις αρρώστιες. Μόνο 150 περίπου από αυτούς , 120 γυναίκες και 30 άντρες, γλίτωσαν το θάνατο. Άξιο κρίνεται, ωστόσο, να σημειωθεί ότι, ακόμη και μετά την απελευθέρωση τους από τα Συμμαχικά στρατεύματα, πολλοί, που είχαν μεταβληθεί κυριολεκτικά σε ζωντανούς σκελετούς, πέθαναν από την εξάντληση.

Πηγή: «Το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων: Μνημεία και Μνήμες», Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, Αθήνα Ιανουάριος 2006